ΠΕΤΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ

ΠΕΤΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πόλυς Μαυρόπουλος


Ο Πέτρος Φιλιππίδης μπαίνει χρόνια τώρα στο σπίτι μας μέσα από την μικρή οθόνη σε ρόλους που αγαπήσαμε όπως του Νικηφόρου στο 50-50 και πρόσφατα σαν Λάκης Γλυκούλης. Ανεβαίνει στο θεατρικό σανίδι και ερμηνεύει ρόλους που λατρέψαμε. Όπως αυτόν του Ζήκου στον «Μπακαλόγατο». Αναλαμβάνει σκηνοθετικές δουλειές και συνεργάζεται άψογα με σπουδαίους ηθοποιούς όπως η Άννα Παναγιωτοπούλου σαν «Θεία απ΄το Σικάγο» ή την Κάτια Δανδουλάκη σαν «Μήδεια» του Μποστ. Πιο πρόσφατη σκηνοθετική δουλειά οι «Τρομεροί γονείς» του Ζαν Κοκτώ με τον Τάσο Χαλκιά και την Ελισάβετ Κωνσταντινίδη. Αυτόν τον μήνα ο Πέτρος – Ζήκος ανεβαίνει ξανά στο ποδήλατό του κι έρχεται για μια ακόμη φορά στη Θεσσαλονίκη για να επικοινωνήσει στο κοινό του τις λατρεμένες ατάκες των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου, που μετά από δεκαετίες ολόκληρες κρατούν την φρεσκάδα τους και την αλήθεια τους στο χρόνο.

-Για τρίτη χρονιά (δεύτερη για τη Θεσσαλονίκη) ο Ζήκος αλωνίζει στο θεατρικό σανίδι και σαρώνει στις προτιμήσεις του κόσμου. Ποιοι είναι φέτος μαζί σας στο καστ του Μπακαλόγατου;
>Τάσος Κωστής, Χριστίνα Τσάφου, Γιώργος Λέφας, Γιάννης Δεγαΐτης, Γιώργος Γαλίτης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ελένη Αποστολοπούλου, Δέσποινα Γιαννοπούλου, Θανάσης Τσαλταμπάσης, Ειρήνη Τσιάρη.

-Τον ρόλο του Ζήκου τον έχετε κάνει απόλυτα δικό σας. Ο κόσμος, όμως, μπαίνει σε διαδικασίες να σας συγκρίνει με την εικόνα που έχει για τον ρόλο από τον Χατζηχρήστο;
>Συνήθως απ΄ό,τι λέει ο κόσμος όταν έρχεται στα καμαρίνια, δεν έχω καμία σχέση με τον Χατζηχρήστο. Είναι μια άλλη τελείως διαφορετική προσέγγιση αυτή που έχω κάνει στο ρόλο, κι ακόμη κι αυτοί που έρχονται με τις εντυπώσεις του αξεπέραστου Χατζηχρήστου στην ερμηνεία του ρόλου, το ξεχνάνε αμέσως και μένουν σ’ αυτό που βλέπουν εκείνη τη στιγμή. Όχι από σύγκριση, αλλά γιατί πραγματικά βλέπουν μια διαφορετική ερμηνεία. Δεν μπαίνει ο κόσμος στη διαδικασία να συγκρίνει ερμηνείες και κείμενα. Άλλωστε και το μέσο έκφρασης είναι διαφορετικό. Ο Χατζηχρήστος το ερμήνευσε στο σινεμά κι ο κόσμος το βλέπει στο θέατρο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο καθένας δεν έχει δώσει το στίγμα του.

-Οι ατάκες του Ζήκου στο σενάριο του Μπακαλόγατου έχουν μια δυναμική που μένει αναλλοίωτη στο χρόνο. Παρ’ όλο που ο κόσμος τις ξέρει λέξη προς λέξη, εξακολουθεί να γελάει όταν τις ξανακούει.
>Χωρίς να είναι δόκιμο αυτό που θα πω, φανταστείτε την τέχνη σαν ένα καλό ανέκδοτο. Όσες φορές κι αν το ακούσεις, θα γελάσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα καλά δομημένο θεατρικό σενάριο, που, βέβαια, δεν είναι ανέκδοτο αλλά μια σπουδαία μορφή τέχνης. Το γεγονός ότι το έργο ανέβηκε τρεις σεζόν στην Αθήνα κι αυτή είναι η δεύτερη που έρχεται στη Θεσσαλονίκη, σημαίνει ότι ο κόσμος δεν το έχει βαρεθεί, χωρίς αυτό να ακουστεί υπερφίαλο.

-Εκτός από τον Μπακαλόγατο που ανεβαίνει για τρίτη σεζόν, πρόσφατα σκηνοθετήσατε την θεία από το Σικάγο και μεταφέρατε στον κιν/φο τον Ηλία του 16ου. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος φαίνεται να σας εμπνέει. Σε τι οφείλεται αυτή η προτίμηση;
>Δυστυχώς σήμερα αν θέλει κανείς να ανεβάσει ένα καλό ελληνικό σενάριο, οι επιλογές είναι περιορισμένες. Γι’ αυτό αναγκαζόμαστε να πηγαίνουμε σ’ αυτά τα κείμενα που υπήρξαν θεατρικά και μετά έγιναν ταινίες και ο κόσμος σαν τέτοιες τα θυμάται. Μια παράσταση έχει την δυστυχία ή και την ευτυχία αν θέλετε να ζει και να πεθαίνει την στιγμή που γεννιέται. Αυτό όμως δεν ακυρώνει και τα σενάρια πάνω στα οποία είναι βασισμένη. Και επειδή έγιναν ταινίες με μεγάλους ερμηνευτές, αυτό δεν τα ακυρώνει ως θεατρικά έργα. Μιλάμε για σπουδαία κείμενα, γραμμένα από σπουδαίους συγγραφείς, με μεράκι, που τους αξίζουν κι άλλες θεατρικές ερμηνείες πέρα από τις κινηματογραφικές. Γι΄αυτό και στο παρελθόν έχω κάνει κι άλλες τέτοιες παραστάσεις όπως το Λατέρνα, Φτώχια και Φιλότιμο με τον Γιάννη Μπέζο, σκηνοθετημένο από τον Σταμάτη Φασουλή, Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου... Μιλάμε για πολύ καλά γραμμένα θεατρικά κείμενα, που το αντικείμενό τους είναι διαχρονικό. Αγάπη, ψέμα, ανθρώπινες επαφές.. πράγματα που δεν αλλάζουν στο χρόνο.



-Παρ’ όλο που ο κόσμος έχει δει και έχει ξαναδεί αυτές τις ταινίες με ηθοποιούς που σφράγισαν τους ρόλους με τις ερμηνείες τους, βλέπουμε να γεμίζουν τις αίθουσες (θέατρο – κιν/φο) διψασμένοι να δουν και μια άλλη εκδοχή. Γιατί πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό;
>Ο πιο απλός τρόπος για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση είναι να κάνω τον παραλληλισμό με τραγούδια. Όπως ένα καλό τραγούδι του Τσιτσάνη που το σφράγισε με την πρώτη ερμηνεία ένας καλλιτέχνης, θέλεις να το ξανακούσεις και σήμερα από τον αγαπημένο σου τραγουδιστή, το ίδιο οι άνθρωποι της εποχής θέλουν να βλέπουν έργα που αποτελούν την θεατρική μας παράδοση ερμηνευμένα από τους καλλιτέχνες της σημερινής εποχής.

-Στην μικρή οθόνη για δεύτερη χρονιά ο «Λάκης» τρελαίνει τα μηχανάκια της AGB με τα παθήματά του. Πλησιάζει η ώρα της δικαίωσης για τον συμπαθή ήρωα;
>Νομίζω πως ναι! Φέτος ολοκληρώνεται η σειρά, έχουν μείνει ακόμη λίγα επεισόδια να γυριστούν και η σειρά ήδη δικαιώθηκε από την προτίμηση του κόσμου. Τα πράγματα πήγαν ανέλπιστα καλά από την πρώτη στιγμή και ο Λάκης αγαπήθηκε τόσο από το κοινό, όσο και από μας, που πιστεύω ότι κάναμε μια καλή δουλειά. Αν και δεν είμαι ακόμη σίγουρος πώς θα εξελιχθεί, η σεναριακή δικαίωση του ήρωα, πιστεύω ότι θα γίνει με έναν δικό του «Λάκειο» τρόπο, γιατί Λάκης είναι αυτός!

-Ο «Λάκης» ήταν μεταφορά στα ελληνικά ενός ξένου σεναρίου. Το κοινό τον αγκάλιασε με θέρμη και ανταποκρίθηκε. Τελικά ο αδικημένος «Λάκης» είναι ένας χαρακτήρας που υπάρχει σε κάθε κοινωνία;
>Κατ΄αρχήν να σας πω ότι έγιναν πολύ μεγάλες αλλαγές στο σενάριο που πήραμε από το εξωτερικό, γιατί εκεί ο Λάκης ήταν μια καθημερινή σειρά που έγερνε προς το δράμα. Εδώ έγερνε προς την κωμωδία. Πάντως δεν πιστεύω πως ο κόσμος ταυτίστηκε με τον ήρωα. Το κοινό δεν ταυτίζεται συνήθως με τέτοιους χαρακτήρες. Άλλωστε πολλές φορές ο ίδιος ο θεατής δεν ξέρει ποιος είναι αληθινά, ακόμη κι αν είναι ο Λάκης. Το κοινό ταυτίζεται με την κατάσταση μάλλον. Στην τέχνη πολλές φορές δεν θέλουμε να δούμε την καθημερινότητά μας. Θέλουμε να δούμε αυτό που θα μας διεγείρει τη φαντασία.


-Γιατί πιστεύετε πως οι τηλεοπτικοί παραγωγοί στράφηκαν στο εξωτερικό για άντληση σεναρίων; Στέρεψαν οι ιδέες των ντόπιων συγγραφέων;
>Όχι, υπάρχουν συγγραφείς, αλλά δεν είναι αρκετοί για να καλύψουν την ζήτηση των καναλιών. Μπορεί ετησίως να γράφονται τρία τέσσερα καλά σενάρια και η ζήτηση να είναι για δέκα. Εμένα προσωπικά τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν έλθει γύρω στα 100 σενάρια στα χέρια μου και καλά και κακά, αλλά μόνο 5 ή 6 ήταν αυτά που μου τράβηξαν το ενδιαφέρον. Όπως το 50 – 50.

-Είστε από τους καλλιτέχνες που φαίνονται να απολαμβάνουν τις δουλειές που κάνουν, με μια φρέσκια προσέγγιση, σχεδόν «παιδικότητα» και ενθουσιασμό σαν να ξεκινάτε τώρα. Σε τι οφείλεται αυτό;
>Ο καλλιτέχνης οφείλει να αφουγκράζεται την εποχή του και με την φαντασία του να πηγαίνει και πιο πέρα. Να είναι πρωτοπόρος, και να μην του είναι αρκετό, να θέλει να μείνει στην εποχή του βλέποντας το μέλλον. Όσο για την παιδικότητα, νομίζω πως έχετε δίκιο. Για μένα το «παίζω» έχει την διπλή έννοια. Αν από την δουλειά μου στερήσω το στοιχείο του παιχνιδιού, νομίζω ότι δεν θα με ολοκληρώσει.

-Υπάρχουν ρόλοι που πιστεύετε ότι σφράγισαν την καλλιτεχνική σας ταυτότητα;
>Πολλοί. Οι περισσότεροι θα έλεγα. Δυστυχώς έξω από την Αθήνα, το κοινό δεν έχει την ευκαιρία να δει όλες τις πτυχές ενός καλλιτέχνη που κυρίως εκφράζονται στο θέατρο. Γι’ αυτό ίσως να μην έχει μια πλήρη εικόνα για τον καλλιτέχνη. Όταν η παρουσία μου στο χώρο αριθμεί 28 χρόνια σίγουρα οι ρόλοι που με σφράγισαν ήταν πάρα πολλοί.

-Υπήρξαν στην πορεία σας κάποιες άτυχες στιγμές;
>Βεβαίως, πάντα υπάρχουν! Άτυχες όσον αφορά στην εμπορικότητα και όχι την καλλιτεχνική πλευρά.

-Πώς αντιμετωπίζετε τέτοιες στιγμές;
>Δεν με πειράζει, γιατί όλες αυτές οι δουλειές και οι επιτυχημένες και οι αποτυχημένες εμπορικά, έχτισαν αυτό που είμαι σήμερα.

-Θεωρείτε ότι έχετε εισπράξει καλλιτεχνικά την επένδυση ζωής που κάνατε στην υποκριτική; Σας έχει ανταμείψει επαρκώς η τέχνη σας;
>Αυτό είναι ένα προσωπικό και εσωτερικό θέμα. Πέρα από την επικοινωνία που στοχεύει την ψυχή του κόσμου, η δουλειά αυτή απευθύνεται και στην ψυχή του καλλιτέχνη που θέλει να είναι συνεπής στον εαυτό του, στην τέχνη του και στο κοινό. Ήταν μια επιλογή μου που την υποστήριξα με πάθος από την πρώτη στιγμή και εξακολουθώ να το κάνω.

-Η προτίμησή σας στην κωμωδία αποκαλύπτει κάτι και για την αληθινή σας ιδιοσυγκρασία; Για την στάση ζωής σας γενικότερα;
>Όχι καμία σχέση. Δεν είμαι ο άνθρωπος που είμαι χαρούμενος και αστείος όλη μέρα. Κι ούτε την ζωή την βλέπω αστεία.

-Επειδή είναι σαφές πως δεν επαναπαύεστε στις δάφνες σας, τι να περιμένουμε για το άμεσο μέλλον από τον Πέτρο Φιλιππίδη;
>Νομίζω ότι θα γίνουν σημαντικά πράγματα στο μέλλον και ήδη αρκετά είναι στα σκαριά. Τόσο για το εγγύς όσο και για το απώτερο μέλλον. Μ’ αρέσει να προγραμματίζω και να σχεδιάζω, και ταυτόχρονα μ’ αρέσει να ονειρεύομαι και ν’ αυτοσχεδιάζω. Προς το παρόν δεν μπορώ να αποκαλύψω κάτι, αλλά θα σας πω κάτι που αφορά στην Θεσσαλονίκη. Κάποιες συζητήσεις που κάνω με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου, Σωτήρη Χατζάκη, για μια συνεργασία σε σκηνοθετικό επίπεδο το επόμενο καλοκαίρι.